ἐποιστικός

ἐποιστ-ικός, ή, όν,
A capable of conferring,

εἶδος ἄδεκτον ἁπασῶν ἐνεργειῶν ὧν ἐποιστικὸν ἄλλῳ Plot.1.1.2

.
2 productive,

συμπτωμάτων Stoic.3.49

;

συμφορῶν Phld.Ir.p.30

W., cf. Simp.in Cat.224.23.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εποιστικός — ἐποιστικός, ή, όν (Α) 1. ο ικανός να προκαλεί 2. παραγωγικός, γόνιμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επι φέρω. Εμφανίζει το θ. τού μέλλ. οίσ ω και κατάλ. τικός*] …   Dictionary of Greek

  • ἐποιστικά — ἐποιστικός capable of conferring neut nom/voc/acc pl ἐποιστικά̱ , ἐποιστικός capable of conferring fem nom/voc/acc dual ἐποιστικά̱ , ἐποιστικός capable of conferring fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποιστικόν — ἐποιστικός capable of conferring masc acc sg ἐποιστικός capable of conferring neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποιστική — ἐποιστικός capable of conferring fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποιστικήν — ἐποιστικός capable of conferring fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.